Σημαντικός αριθμός κτηρίων, ιδιωτικών και δημόσιων, αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα, τα οποία σχεδιάστηκαν, κατασκευάστηκαν από Βαυαρούς, Γάλλους και έλληνες αρχιτέκτονες και μηχανικούς όπως οι Weiler, Erlacher, Βαρότζης, Μεταξάς, Ψύχας, Ζαβός,  Κοκκίνης και αργότερα Sampo ο Ziller, Βλυσίδης, Ελευθεριάδης, Ζηνοπουλος και διακοσμήθηκαν από ζωγράφους ιταλούς και ντόπιους. Με εργολάβους  – τέκτονες  όπως ο  Γεώργιος Χατζή Γρέκας από την Κέα, ο Ιωάννης Ζαρίκος από την Ανδρο, Μάρκος Σαρηγιάννης από τη Σμύρνη και τόσοι άλλοι.

ακολουθούν δημοσιεύματα και σχόλια για τις πρώτες κατοικίες που διασώζονται σήμερα  με πολλές φθορές:

Ο ΄Ελλην έπαρχος Αλέξανδρος Αξιώτης με εκάλεσε σήμερον εις γεύμα. Κατοικεί εν επαύλει, παρα την κάτω πόλιν, σκιαζομένη υπό συκών και κληματαριών. Ο πας οίκος συνισταται εκ μιας αιθούσης δύο μικρών δωματίων και του μαγειρίου, εις ον εισέρχεταί τις δια του κηπαρίου. Το ισόγειον κατέχεται υπό της φρουράς. Απλούς ως κατοικία είναι ο εσωτερικός διάκοσμος αυτής. Εν με τη αιθούση μια τράπεζα εκ κοινού ξύλου, ολίγαι καρέκλαι, εις σοφάς δα τάπητος κεκαλυμμένος εν δε τω κοιτώνι κλίνη σανιδίνη, και ολίγα καρφία από των οποίων κρέμανται όπλα, ουδέν περαιτέρω. [Πρόκειται για το Σπίτι Σαλάχα (εικ.1). Χτισμένο στα 1821-22. Παρά τις επεμβάσεις, διατηρεί ακόμη εξωτερικά τον χαρακτήρα ενός νησιωτικού αρχοντικού].

(Επιστολή Γ, Εν Σύρω τη 4/16 7/βρίου 1824 Η Σύρος κατά το 1824 υπό Αντωνίου Πρόκες – Οστεν)

Τα μόνα οικοδομήματα τα απαντώμενα έξω των τειχών της κωμοπόλεως, εκτός του ναού της Ευαγγελίστριας – αυτού τούτου του νυν περικαλλούς καθολικού ενοριακού ναού της Ερμουπόλεως, καθ’ά επεσκευάσθη και ανεκαινίσθη υπό του τότε αντιπροξένου της Αυστρίας ενταύθα κ. Γρηγορίου Στεφάνου (εικ.2) – ήσαν 3 ή 4 οικίσκοι υψούμενοι επί των πέριξ δυσβάτων από του μέρους της θαλάσσης βράχων. Εκεί δ’όπου κατόπιν ωκοδομήθη το καφενείον η Τερψιθέα ( Bella – vista), και ένθα νυν η μεγάλη οικοδομή του Π. Μουτζουρόπουλου, υπήρχε παράπηγμα εν ώ διέμενεν επαγγελματίας τις, όστις κατά το διάστημα της ημέρας παρείχε μικράς υπηρεσίας εις τα καταπλέοντα πλοία, το δε εσπέρας ανήρχετο εις την πόλιν.

Από του έτους 1826, οπότε ο συνοικισμός ήρξατο θεωρούμενος ουχί πλέον ως πρόσκαιρος, αλλά μείζονος, της αρχικώς υποτιθεμένης, διαρκείας, ήρξαντο ανεγειρόμεναι βαθμηδόν και κατ’ολίγον υπό των παροίκων και ιδιωτικαί οικοδομαί, εκτός των παραπηγμάτων και των εργαστηρίων, άτινα τέως ωκοδόμουν δια τας μάλλον επειγούσας ανάγκας του εμπορίου και της βιομηχανίας των έκαστος. Εκ των πρώτων υπο των παροίκων οικοδομηθεισών οικιών είναι η κατά τη θέσιν Προβασιά ή Βίστα οικία Δαμόφλη (εικ.3) είτα δε Ευλαμπίου και νυν Νικολαίδου. Αι οικίαι του Ν. Μεταξά, αίτινες βραδύτερον κατηδαφίσθησαν και ωκοδομήθη η επί της οδού Απόλλωνος οικία Τσιροπινά. Η κτηματική ομάς του Ι. Μουμουτζή

(«Συριανά παλαιά» υπό Ανδρέου Χούμη, εφημ. Ηλιος, Αύγ. Σεπτ. Νοεμβρ. 1903 & Φεβρ. 1904)

Σπίτι Δαμόφλη (εικ.4). Από τα πρώτα σπίτια του οικισμού, του απανωσυριανού κτηματία Ιωάννη Δαμόφλη, περιήλθε στη συγγενική του οικογένεια Δελλαρόκα. Από το 1838 στέγασε για ένα διάστημα τη νεοσύστατη « Λέσχη των Ερμουπολιτών». Σήμα κατατεθέν η διώροφη στεγασμένη βεράντα με τα 3 ανοίγματα απο λεπτές μαρμάρινες κολόνες με κορινθιάζοντα κιονόκρανα.

Τα πρώτα μνημειώδη κτίρια τα χρωστάει η Ερμούπολη σ’ένα γερμανό αρχιτέκτονα τον Γιόχαν Ερλάχερ  ο οποίος εργάστηκε ως βασιλικός αρχιτέκτονας στην Ερμούπολη στα 1934-26 και ως αρχιτέκτονας του Δήμου στα 1845-1847. Ο Ερλάχερ συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της τοπικής αρχιτεκτονικής αναλαμβάνοντας και την εκπαίδευση των τεχνιτών για την καλύτερη και όσο το δυνατόν πιο οικονομική κατασκευή των κτιρίων. ΄Ηταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε θηραϊκή γη στις κατασκευές, τη γνωστή μας μπορτσελάνα. Στα 1835 τον βρίσκουμε στην Επιτροπή για την υποδοχή του ΄Οθωνα στην Ερμούπολη. Παραιτήθηκε όμως  σχεδόν αμέσως , γιατί  όπως έγραφε ο ίδιος: εις την οικοδομήν των ενταύθα δημοσίων οικοδομών , των οποίων επιστάτης και διευθυντής είμαι, έμαθα δια της λυπηράς πείρας ότι το πλείστον μέρος των ενταύθα πολιτών έχουσι το χάρισμα της κατακρίσεως, πολλαί δ’εργασίαι, αν και δεν έλαβον έτι πέρας, περιγελώνται. Ο Ερλάχερ πέθανε το 1863 στη Σύρα.

Το δεύτερο σπίτι του Νικόλαου Πρασακάκη ήταν δημιούργημά του. Ένα αστικό μέγαρο με σημαντικές επιρροές στην τοπική αρχιτεκτονική. Εξωτερικά είναι ένα απλό διώροφο κτίριο με συμμετρική όψη. Η μεγαλοπρέπεια του αρχοντικού είναι πιο αισθητή στο εσωτερικό. Ενώ το πρώτο Σπίτι του Νικόλαου Πρασακάκη στην οδό Χαρίτων (εικ. 5) ανήκει στην πρώτη γενιά των κατοικιών της νέας πόλης.

…Το πρώτον οίκημα το χρησιμεύον δια την Χιακήν Λέσχην, εις το οποίον εισήλθον, ήτο το άνωθεν του φαρμακείου του Βοτάρου (Botaro) ιταλού γιατρού έχοντος και φαρμακείον, αν δεν απατώμαι δε, το οίκημα εκείνο ήτο και ιδιοκτησία του και μοι εφαίνετο μεγαλοπρεπές μέγαρον, Όταν μετά παρέλευσιν εικοσαετίας και πλέον, επισκέφθην την Σύρον και είδον το αυτό οίκημα ως δευτεροβάθμιον ξενοδοχείον, εννόησα πόσον αι παιδικαί εντυπώσεις μεγαλοποιούσι και τα πρόσωπα και τα πράγματα. (Απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού [1840] )

Σπίτι Βοττάρου. Χτίστηκε το 1842 από τον αρχιτέκτονα Διονύσιο Βαρότζη. Η αυλή του στρώθηκε το 1842 με βότσαλα από τη Ρόδο ενώ ο κήπος του ήταν με φοίνικες και ευκάλυπτους.

Σπίτι Μιέσερ (εικ. 7). Χτισμένο το 1841, με ολομάρμαρη τοιχοδομία στην πρόσοψη, φέρει εντοιχισμένη επιγραφή με τα ονόματα των ιδιοκτητών, αδελφών Μιέσερ, εύπορων κτηματιών από την Καππαδοκία

Το ακροκέραμο είναι σήμα κατατεθέν της νεοκλασικής ελληνικής αρχιτεκτονικής. Η γραφική κεραμιδωτή στέγη με τα παραταγμένα ακροκέραμα, στεφάνωμα από τερακότα και τα άλλα διακοσμητικά κεραμικά, συνθέτουν τη γνώριμη όψη των νεοκλασικών σπιτιών. Τα βλέπουμε να στολίζουν τις στέγες κάθε μικρού σπιτιού.΄Οσο το εμπόριον περιορίζεται, τόσω η βιομηχανία αναπτύσσεται εν τη πόλει ημών. Εισήχθη και νέα  βιομηχανία εν τη νήσω μας η πηλοποιία. Προ μικρού ιδρύθη πηλοποιείον μιαν ώραν μακράν της πόλεως, εν Βάρη όπερ και φέρει εις την αγοράν διάφορα αγγεία ομοιάζοντα εκείνα τα οποία μέχρι τούδε εισήγοντο εκ της Γαλλίας  (Ερμούπολις 1872)

Σπίτι Δαμαλά/ Ζερβουδάκη (εικ.8). Το σπίτι του Χιώτη μεγαλεμπόρου και δημάρχου Αμβρόσιου Δαμαλά χτίστηκε πριν το 1845 εφόσον φιλοξένησε το βασιλικό ζεύγος Οθωνα και Αμαλία. Εξαιρετικά περίτεχνο και με πλούσιες τοιχογραφίες στο εσωτερικό του Τζουσέπε Τάμι.

Σπίτι Σταμάτιου Πρώιου του Ιωάννη (εικ.9) στη Μεταμόρφωση δίπλα στο σπίτι του αδελφού του Ερλάχερ. Αρχικά ανήκε στον Γιώργο Φιλόπουλο αλευροβιομήχανο. Περιήλθε στην οικογένεια Πρώιου που ανέλαβαν και την ολοκλήρωση της κατασκευής του με την επιστασία του τέκτονα Γρέκα.

*

Πολλοί μελετητές άλλωστε επισημαίνουν ότι ο θρίαμβος του νεοκλασικισμού δεν ήταν ολοκληρωτικός. Ενώ εισήγαγε μια νέα αντίληψη για το χώρο δεν κατάφερε να εξαλείψει τις υπάρχουσες σχέσεις και παραδόσεις του χώρου. Παράλληλα με το νεοκλασικισμό, οι κάτοικοι των ελληνικών πόλεων έκαναν χρήση και άλλων ‘εναλλακτικών’, λαϊκών αρχιτεκτονικών ιδιωμάτων. Η παράδοση της μακεδονικής και βυζαντινής αρχιτεκτονικής παρέμεινε ζωντανή στην ελληνική επικράτεια καθ’όλη την περίοδο ‘θριάμβου’ του νεοκλασικισμού. Η συνύπαρξη αυτή εκφράζει τους δύο πόλους της νεοελληνικής ταυτότητας.

Σπίτι Διαμαντή Μάνιαρη (εικ.10). Ανήκει στην πρώιμη φάση, με στοιχεία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Στέγασε το πρώτο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Ο Διαμαντής Μάνιαρης Φιλικός, αγωνιστής του 21 από τα Αμπελάκια με τη διαθήκη του (1870) άφησε στο Πανεπιστήμιο και στην γενέτειρά του όλη την περιουσία του για να ιδρυθούν ελληνικά σχολεία.

Σπίτι του Κωνστ. Παγκάλου (εικ.11) εμπόρου από το ¨Αργος. Χτισμένο το 1839 με στοιχεία λαικής παράδοσης

Σπίτι Μυταράκη (εικ.12). Το παλαιότερο διασωζώμενο στην περιοχή. Χτίστηκε το 1827 με χαρακτήρα λαικού σπιτιού της τουρκοκρατίας και στοιχεία βαλκανικής αρχιτεκτονικής. Αγνώστου αρχικού ιδιοκτήτη. Το σπίτι αυτό στέγασε τη λέσχη Ερμουπολιτών  και αργότερα περιήλθε στην οικ. Μυταράκη, χιώτικης καταγωγής.

Το ιδίωμα του νεοκλασικισμού ως κυρίαρχη αισθητική επιλογή καθόρισε και τη φυσιογνωμία της νεοσύστατης πόλης και συνέβαλε στη συγκρότηση της πολιτισμικής ταυτότητάς της.

Advertisements