Η συριανή ύπαιθρος

Ta παλαιότερα ξωκλήσια της Σύρας (16ος– αρχές 19ου )

Δείγματα κι αυτά του ιστορικού και αρχιτεκτονικού πλούτου του νησιού. Μικρά εκκλησιαστικά μνημεία που είναi σκορπισμένα στη συριανή ύπαιθρο, αποτελούσαν στο παρελθόν ακόμη και κοιμητήρια των μελών των Συριανών αγροτικών οικογενειών.

Συνολική μελέτη για τα ξωκλήσια τη Σύρας δεν υπάρχει και οι αποσπασματικές εργασίες που έχουν γίνει δεν επαρκούν για να μας δώσουν μια πιο σαφή εικόνα τέτοιων εκκλησιαστικών μνημείων σχετικά με την ιδιότυπη, μικρής κλίμακας, αρχιτεκτονική τους, τα αίτια ίδρυσής τους  αλλά και τη χρήση τους κατά τη διάρκεια της ύστερης Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας (1566-1821).  Φυσικά, η έλλειψη στοιχείων – διασώθηκαν ελάχιστες κτητορικές επιγραφές  και γραπτές πηγές – δυσχεραίνει αρκετά το έργο μιας συνολικής μελέτης.

Πολλά από τα ξωκλήσια της Σύρας φαίνεται να χτίστηκαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Δεν μπορούμε όμως και να αποκλείσουμε την περίπτωση να είναι μερικά απ’αυτά χτισμένα ακόμα και την περίοδο της βενετοκρατίας αν και δεν έχουμε επαρκή στοιχεία που να επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Επιπλέον, οι προσθήκες και οι ανακαινίσεις που έγιναν αργότερα δεν μας επιτρέπουν να εντοπίσουμε με βεβαιότητα τη χρονική περίοδο ανέγερσής τους.

Επομένως στη Σύρα δεν υπάρχει ξωκλήσι που αποδεδειγμένα να οικοδομήθηκε πριν τον 16ο αιώνα και να παρέμεινε στην ίδια κατάσταση μέχρι σήμερα σε αντίθεση με ό,τι συνέβηκε σε άλλα νησιά των Κυκλάδων ( ΄Ανδρος, Νάξος, Πάρος, Τήνος)  γεγονός  που οφείλεται σε διάφορα αίτια όπως, φυσικές καταστροφές, πειρατικές επιδρομές ή  στην απομακρυσμένη θέση τους.

Οι λόγοι ανέγερσης τέτοιων εκκλησιών μπορεί να ήταν α) θρησκευτικοί όπως η ατομική ευλάβεια  β) οικονομικοί : προβάλλεται κάποιες φορές η απαλλαγή από τον φόρο των κτημάτων που ανήκαν σε εκκλησίες κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ως ένας από τους λόγους ανέγερσής τους (βακούφια) κάτι όμως που δεν φαίνεται να μαρτυρείται από τις συριανές αρχειακές πηγές και γ)  κληρονομικοί: οι γονείς προικοδοτούσαν τα παιδιά τους με τους ιδιόκτητους ναούς που συνόδευαν τις κτηματικές τους περιουσίες.

Διάφορες πηγές που επιβεβαιώνουν τη χρονολόγηση των παλαιότερων ξωκλησιών είναι: αναφορές επισκόπων, εκθέσεις αποστολικών τοποτηρητών, πολιτειακά και εκκλησιαστικά έγγραφα (προικοσύμφωνα, συμβόλαια κ.ά.).

Στις εκθέσεις των επισκόπων και των αποστολικών τοποτηρητών  γίνεται συχνά λόγος για τις κτητορικές εκκλησίες που σήμερα δεν υφίστανται πια. ΄Ηταν εκείνες που αν και τις χρησιμοποιούσε η τοπική εκκλησιαστική κοινότητα, τις είχε ιδρύσει κάποιος ιδιώτης ή τις είχε προικοδοτήσει ή είχε επιφορτιστεί από την εκκλησιαστική αρχή με τη συντήρηση και τη φροντίδα τους. Οι υποχρεώσεις τις οποίες αναλάμβανε μετά από σύμφωνη απόφαση του τοπικού επισκόπου του έδιναν και ορισμένα δικαιώματα πάνω στο ναό. Τα δικαιώματα μπορούσαν να κληρονομηθούν, αν προβλεπόταν κάτι τέτοιο από την ιδρυτική πράξη του ναού. Ο κτήτορας, λοιπόν, μιας εκκλησίας διαχειριζόταν όπως ήθελε τη περιουσία της, την κληροδοτούσε σε κάποιο παιδί του (μαζί με την εκκλησία), αλλά δεν είχε το δικαίωμα να την απαλλοτριώσει. Διάλεγε τον εφημέριο ή τον ιερέα της αρεσκείας του που τον ενέκρινε κατά κανόνα, στη συνέχεια ο Επίσκοπος και αν το επιθυμούσε μπορούσε να ταφεί σ’αυτήν. Οι εκκλησίες αυτές στο Κανονικό Δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας ονομάζονταν χαρακτηριστικά «Jus Patronatus».

(Βιβλιογραφία: άρθρα του π. Μάρκου Φώσκολου στα Τηνιακά Ανάλεκτα, τ. 1, 1996 και τ. 3, 1998)

 

Από τα παλαιά ξωκλήσια της Σύρας ορισμένα διατήρησαν τη φυσιογνωμία μιας απέριττης παρουσίας και τα ίχνη μιας αυθεντικής ανθρώπινης έγνοιας.

΄Αλλα υπέστησαν σοβαρές αλλοιώσεις στο κατασκευαστικό και αρχιτεκτονικό κομμάτι με τις ριζικές ανακαινίσεις ενώ ορισμένα από αυτά διευρύνθηκαν και

μετατράπηκαν σε ναούς ή παρεκκλήσια κυρίως από το 19ο αι. και μετά,

κι άλλα σιωπούν σε απόμερα σημεία της συριανής υπαίθρου.