Αγροτόσπιτα

Το ενδιαφέρον της λαϊκής αρχιτεκτονικής των Κυκλάδων απεικονίζεται τόσο στους οικισμούς ως σύνολα (πολεοδομική και αρχιτεκτονική συγκρότηση) όσο και στα επιμέρους στοιχεία τους, που είναι οι κατοικίες, οι ναοί, οι δρόμοι και τα μονοπάτια, τα πλατώματα των οικισμών ή οι μεμονωμένοι περιστεριώνες και οι μύλοι. Η λαϊκή κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική χαρακτηρίζεται από την αυστηρή γεωμετρικότητα των κτισμάτων.

Ότι διακρίνει τη Λαική Τέχνη είναι έλλειψη επιτηδεύσεως, η απόλυτη αρμονία μεταξύ ζωής και αρχιτεκτονικής μορφής, ένας απλός ορθολογισμός, ο οποίος οδηγεί σε απλές και έξυπνες λύσεις.

Οι γενικές συνθήκες -κλίμα,τοπίο, δομικά υλικά- που επικρατούν στις Κυκλάδες προσδίδουν ενιαίο ύφος στην αρχιτεκτονική· ωστόσο, οι τοπικές διαφορές δημιουργούν ποικιλία παραλλαγών των βασικών λύσεων που έχουν επινοηθεί και αυξάνουν το ενδιαφέρον.

 *

Τα αγροτικά και κτηνοτροφικά κτίσματα των συριανών τα συναντά κανείς στα μεσόγεια του νησιού, τραβηγμένα στο βάθος των κοιλάδων, κυρίως στους πρόποδες των βουνών και των λόφων, δίπλα στις καλλιέργειες και τα κηπευτικά, μακριά απ’τη θάλασσα.

Όπως είναι γνωστό, πριν από την επανάσταση του 1821, σ’ολόκληρο το νησί δεν υπήρχε άλλο χωριό εκτός από την ΄Ανω Σύρο. Ολόκληρο το νησί είχε υποδιαιρεθεί σε μικρότερα τμήματα γαιών απ’τις οποίες όσες σπέρνονταν λέγονταν εγκαιριές και οι χέρσες πάστρες και σπέρνονταν εναλλακτικά. Τα πετρώδη τμήματα ακαλλιέργητα και περιτειχισμένα , ονομάζονται ακόμη και σήμερα σκλερές.

Μετά την επανάσταση του 1821 άρχισε ανενόχλητη πια η έξοδος των συριανών στις εξοχές και η δημιουργία των καθαυτό αγροτικών σπιτιών . Επειδή ήταν κόπος κι απώλεια χρόνου να επιστρέφουν κάθε βράδυ όπως παλιά στο Κάστρο, τα πρώτα χρόνια άρχισαν να παραμένουν ολόκληρη την εβδομάδα στις θεμωνιές. Η θεμωνιά τότε έγινε θερινή κατοικία.

θεμωνιά: Είναι σύνολο αγροτικών χώρων.  Αποτελείται από την κυρίως θεμωνιά, ένα κτίσμα σε σχήμα Γ· ακριβώς κολλητά, ενωμένο είναι ένα άλλος χώρος η  καλύβη και τέλος η αποκλείστρα που περικλείνει κυκλικά τον υπόλοιπο χώρο.

Κάθε συριανός είχε μέσα στο χωράφι του μια θεμωνιά, όπου τοποθετούσε τα γεωργικά του εργαλεία κι εκεί κατέφευγε για ν’αναπαυτεί τις πολύ θερμές ώρες του καλοκαιριού ή για να προστατευτεί από ενδεχόμενη βροχή. Σιγά – σιγά και επειδή η θεμωνιά δεν ήταν επαρκής για ολόκληρη την οικογένεια, έκτισαν δίπλα, την κατοικιά μέσα στο χωράφι τους για νάναι έτσι πλησιέστερα στα κτήματά τους. Τα αγροτικά σπίτια που δημιουργήθηκαν έτσι στην εξοχή – οι κατοικιές – ήταν και είναι πιστή αντιγραφή των αγροτικών κτισμάτων της θεμωνιάς. Ετσι τα σπίτια έχουν γενικά σχήμα Γ το κύριο σκέλος του Γ είναι χωρισμένο στη σάλα μπροστά και στην κάμαρα πίσω στο βάθος. Στο μικρό σκέλος βρίσκεται η κουζίνα. Η εσωτερική γωνία του Γ αποτελεί την αυλή που είναι σκεπασμένη με μια ελαφριά καλαμωτή. Τα περισσότερα έχουν υπόστεγο, το γνωστό στεάδι της θεμωνιάς, ανοιχτό πάντα στη μεσημβρία. Μέσα στο στεάδι που περιβάλλεται χαμηλά από πεζούλα, κατά κανόνα βρίσκεται ο φούρνος αν και πολλές φορές τον συναντούμε κι εξωτερικά, κολλητά στη κουζίνα. Όλα τα κτίσματα είναι ισόγεια. Το δάπεδο δεν είναι ενιαίο, υπάρχει τις περισσότερες φορές υψομετρική διαφορά από χώρο σε χώρο. Τα διώροφα είναι ελάχιστα σ΄όλο το νησί, τοποθετημένα κάθετα στις υψομετρικές καμπύλες και προσαρμοσμένα στις κλίσεις του εδάφους.

Το ξύλο,  το καλάμι,  το σίδερο,  η μαυρόπετρα και  ένα είδος ασβεστόλιθου ήταν  τα χρησιμοποιούμενα υλικά για τις διάφορες κατασκευές Τα περισσότερο χρησιμοποιούμενα ξύλα ήταν το κυπαρίσσι και παλιότερα οι φείδες, που έχουν μεγάλη αντοχή στο χρόνο.

Σε κάθε σπίτι υπήρχαν επίσης ένα ή δύο σκαλούνια, πέτρινες πλάκες φυτεμένες στον τοίχο της αυλής ή του στεαδιού ακόμη και στους εξώστες δεξιά κι αριστερά από την πόρτα ή τα παράθυρα. Πάνω στο σκαλούνι έβαζαν τις νύχτες του καλοκαιριού τρόφιμα, αλλά κυρίως το γάλα για να μην κόψει.

 *

            Το πιο ενδιαφέρον εξωτερικό αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό των σπιτιών της Σύρας είναι το σαμάρι, μια ζώνη 30-40 εκ. στο πιο ψηλό τμήμα των όψεων, σαν στέψη από σοβά τελείως ίσιο που προεξέχει από τον υπόλοιπο τοίχο και δένει περιμετρικά το κτίριο. Η ζώνη αυτή με τη διαφορετική υφή του υλικού – σοβά, χρωματίζεται και διαφορετικά, αλλάζει τόνο ή ποιότητα χρώματος ανάλογα με το χρωματισμό του κορμού. ΄Ετσι από τη μια τονίζεται το προς τα άνω τελείωμα του κτιρίου, οι ακμές του, κι από την άλλη διαχωρίζεται οπτικά το αντικείμενο-κτίριο από το φόντο, τον ουρανό.

(αποσπάσματα από το:  Τάσος Κάρτας,  Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Σύρος, Αθήνα, Μέλισσα, 1982)

 *

 

Δεν έχουμε σπουδάσει καθόλου ακόμη αυτό που ονομάζουμε «λαϊκή αρχιτεκτονική», έλεγε ο  ΄Αρης Κωνσταντινίδης,  την αντικρύσαμε έως τώρα σα νάταν μονάχα μια ζωγραφική εικόνα. Αλλοιώς δε θ΄ αντιγράφαμε μέσα από έναν κακό και αδικαιολόγητο πιθηκισμό μορφές λαϊκές, δε θα οικοδομούσαμε δηλ. με σύγχρονα υλικά και με σύγχρονη τεχνική ό,τι ο λαϊκός τεχνίτης είχε οικοδομήσει με άλλα μέσα, με άλλα υλικά και με διαφορετική τεχνική, ό, τι αυτός ο λαός, είχε δημιουργήσει σε άλλους χρόνους και ίσως –πόσο συχνά- σε άλλους τόπους.

Αλήθεια, γιατί να μην καταλάβουμε πώς και αυτό το «λαϊκό» αρχιτεκτονικό έργο, είναι το αποτέλεσμα μιας ωρισμένης κοινωνικής λειτουργίας και πως ολόκληρη η μορφή του- η νομιμότητά του, η πειθαρχημένη στη νομιμότητα της ζωής, δεν είναι τίποτα άλλο παρά το δείγμα κάποιας συγκεκριμένης βαθμίδας πολιτισμού, η έκφραση μιας περιορισμένης τεχνικής και αισθητικής μορφολογίας;